Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Απόσπασμα από την παρέμβαση του εισηγητή του ΚΚΕ Νίκου Καραθανασόπουλου για τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς

«Ο Κρατικός Προϋπολογισμός του 2001 υπηρετεί με συνέπεια τη στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και επιτάχυνση της υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
Ταυτόχρονα, επιδιώκει τη διαχείριση της δημοσιονομικής εκτροπής που είναι απόρροια της καπιταλιστικής κρίσης, φορτώνοντας τα βάρη στις πλάτες του λαού.
Η υλοποίηση του προϋπολογισμού θα έχει ως βασική συνέπεια την επιτάχυνση της πορείας επιδείνωσης της θέσης της λαϊκής οικογένειας και για πρώτη φορά την απόλυτη εξαθλίωση σημαντικών τμημάτων των εργατοϋπαλλήλων.
Η κυβέρνηση κλιμακώνει και γενικεύει την πιο βάρβαρη αντιλαϊκή επίθεση στο όνομα της αντιμετώπισης της υπερχρέωσης του Δημοσίου, παρουσιάζοντάς την ως φυσικό φαινόμενο, ως αποτέλεσμα μιας ανίκανης διαχειριστικής πολιτικής.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη όμως ήταν το αποτέλεσμα μιας υπερδεκαετούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας με υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ, στη διάρκεια της οποίας προωθούνταν η στρατηγική επιλογή της Ευρωπαϊκής Ενωσης για θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλιακών ομίλων απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, αλλά και των γοργά αναδυόμενων καπιταλιστικών οικονομιών, της Κίνας και της Ινδίας. Για την υλοποίηση της παραπάνω επιλογής βασίστηκαν αφ' ενός σε μέτρα που θα είχαν ως αποτέλεσμα μια φθηνότερη εργατική δύναμη διά μέσου της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης και αφ' ετέρου τη δημιουργία νέων πεδίων κερδοφορίας αξιοποιώντας την απελευθέρωση των αγορών.
Σκανδαλώδης κερδοφορία
Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας συνοδεύτηκαν από την υψηλή κερδοφορία των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων με την ταυτόχρονη συμπίεση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Προωθήθηκαν οι ανατροπές τις εργασιακές σχέσεις και στο Ασφαλιστικό, η απελευθέρωση στρατηγικών τομέων της οικονομίας και οι ιδιωτικοποιήσεις (τραπεζών, ΟΤΕ, ΔΕΗ, κ.ά.).
Η υλοποίηση αυτής της πολιτικής που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του κεφαλαίου οδήγησε στην υπερχρέωση του κράτους.
Οι σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές και ο πακτωλός των αναπτυξιακών κινήτρων προς το μεγάλο κεφάλαιο, από την υποταγή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και των ΚΠΣ στις ανάγκες και προτεραιότητες των μονοπωλίων, από τις υψηλές στρατιωτικές δαπάνες ικανοποίησης των αμερικανοΝΑΤΟικών ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών, από τις υπέρογκες δαπάνες χρηματοδότησης των Ολυμπιακών Αγώνων και από τις συνεχώς διευρυνόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Σοβαρός παράγοντας που επιδρά στην ανατροφοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του χρέους αποτελεί η συνεχής συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ, της ΚΑΠ και της απελευθέρωσης των αγορών. Επιλογή που συνέβαλε στη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη, ισχυροποιώντας με αυτόν τον τρόπο τους επιχειρηματικούς ομίλους.
Αλλά ακόμη και αυτός ο συγκεκριμένα ιστορικά διαμορφωμένος κρατικός μηχανισμός δεν μπορεί παρά να αποτελεί το αποτέλεσμα της στρατηγικής επιλογής για την ικανοποίηση των αναγκών των ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων, για την προστασία της εγχώριας αγοράς, για τη διευκόλυνση της δράσης των ίδιων των ομίλων εξαιτίας της χαμηλής παραγωγικότητας και της μικρής κεφαλαιοποίησής τους σε σύγκριση με άλλους ομίλους και τη διασφάλιση της κερδοφορίας τους. Αποτελεί το αποτέλεσμα της πολιτικής των συμμαχιών της αστικής τάξης προς τα μεσαία στρώματα και την εργατική τάξη, της δημιουργίας της εργατικής αριστοκρατίας, της εξαγοράς και της χειραγώγησης της λαϊκής συνείδησης. Αλλά και η διαφθορά αποτελεί έκφραση της σύμφυσης των συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη, το πολιτικό της προσωπικό και τον κρατικό μηχανισμό. Μια σύμφυση που με έμμεσο τρόπο ενίσχυσε την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Το παράδειγμα της "Siemens" είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.
Σήμερα η συγκεκριμένη διαμόρφωση του κράτους βάζει εμπόδια, δυσκολεύει τη δράση του κεφαλαίου, γι' αυτό και προωθούν τα συγκεκριμένα μέτρα αναδιάρθρωσης για τη ριζική ανασυγκρότηση του κράτους, μια ανασυγκρότηση που θα συμβαδίζει με τις σημερινές ανάγκες της αστικής τάξης.
Η αντίθεσή μας στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του κράτους δεν πηγάζει από τη λογική της υπεράσπισης των σημερινών δομών και λειτουργιών, άλλωστε ο ταξικός τους χαρακτήρας ως μηχανισμός υπεράσπισης και προστασίας της αστικής τάξης δεν έχει αναιρεθεί. Αλλά από το γεγονός ότι η υλοποίηση των συγκεκριμένων αναδιαρθρώσεων θα οδηγήσει σε σημαντική επιδείνωση της θέσης της εργατικής τάξης και της λαϊκής οικογένειας.
Κρίση υπερσυσσώρευσης
Η κρίση της ελληνικής οικονομίας είναι κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Είναι κρίση υπερσυσσώρευσης που οδηγεί στην απαξίωση του κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για το τρίτο τρίμηνο το 2010 καταγράφεται μια ακόμη μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ. Αυτή ανέρχεται στο -4,6% όταν συνολικά για το 2010 προβλέπεται ότι θα φθάσει στο -4,2%. Οι επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου καταγράφουν πτώση 20% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2009 και η κατανάλωση πτώση κατά 5,3%. Η ανεργία το Σεπτέμβρη σκαρφάλωσε στο 12,6% από 9,1% που ήταν στον αντίστοιχο μήνα του 2009, με την ανεργία στους νέους έως 24 χρονών να φθάνει στο 33,6%.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος. Το 2009, πρώτος χρόνος της μείωσης του ΑΕΠ, οι 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις είδαν τα κέρδη τους να φθάνουν στα 15 δισ. ευρώ, ενώ για το 9μηνο του 2010 28 μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι παρουσιάζουν αύξηση των κερδών και άλλοι 16 εμφάνισαν κέρδη από ζημιές που κατέγραψαν το 2009.
Η ετήσια αρνητική μεταβολή του ΑΕΠ είναι βασικός δείκτης αποτύπωσης της πορείας της κρίσης υπερσυσσώρευσης. Η διάρκεια της κρίσης, της συρρίκνωσης του ΑΕΠ, θα είναι τουλάχιστον τρία χρόνια (2009-2011). Γεγονός που αποδεικνύει την αποτυχία του σχεδίου σωτηρίας και εξόδου από την κρίση που ισχυριζόταν προεκλογικά ότι είχε το ΠΑΣΟΚ.
Η κρίση επιδρά στα δημοσιονομικά ελλείμματα και το χρέος. Η μείωση του ΑΕΠ οδηγεί σε μείωση των φορολογικών εσόδων. Τα κρατικά πακέτα χρηματοδότησης για τη στήριξη των επιχειρηματικών ομίλων συμβάλλουν στην αύξηση του δημόσιου χρέους. Στα 78 δισ. έφθασε το πακέτο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η αύξηση των επιτοκίων και των ασφαλίστρων αυξάνει τους τόκους και δυσκολεύει την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί μια ελληνική ιδιομορφία. Είχαμε την εκδήλωση της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης η οποία εκδηλώθηκε συγχρονισμένα σε ΗΠΑ - ΕΕ - Ιαπωνία.
Κρίση η οποία επέδρασε σημαντικά στην επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης των αναπτυγμένων οικονομιών, των οποίων το δημόσιο χρέος υπολογίζεται ότι θα φθάσει το 2014 στο 110% του ΑΕΠ όταν πριν την εκδήλωση της κρίσης αυτό ανερχόταν στο 75%.
Αβέβαιη η ανάκαμψη
Στις πρόσφατες εκθέσεις, οι διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, ΕΕ και ΟΟΣΑ) συμφωνούν ότι η πορεία ανάκαμψης της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας παρουσιάζει στοιχεία αβεβαιότητας. Αυτό δηλαδή που έγκαιρα είχε επισημάνει το ΚΚΕ για μια αναιμική και ασταθή πορεία ανάκαμψης με ορατό το ενδεχόμενο να εκδηλωθεί μια νέα κρίση, πριν ακόμα ξεπεραστεί η προηγούμενη.
Αναδεικνύονται τα αδιέξοδα της αστικής πολιτικής για τη διαχείριση της κρίσης και η αναποτελεσματικότητα των διαφόρων μειγμάτων διαχείρισης.
Η πορεία της ανάκαμψης αναδεικνύει επίσης την όξυνση της ανισομετρίας και την αμφισβήτηση του δοσμένου συσχετισμού δύναμης με ενδεχόμενες ανακατατάξεις. Εξελίξεις, οι οποίες οξύνουν περαιτέρω τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.
Σε επίπεδο ευρωζώνης, ο χαρακτήρας της ανισόμετρης ανάπτυξης οξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη - μέλη, αλλά και στο εσωτερικό των κρατών και οδηγεί σε σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Η επιμονή της Γερμανίας για δημοσιονομική πειθαρχία και θωράκιση του ευρώ οξύνει τις αντιθέσεις ακόμα και με τη Γαλλία που επιθυμεί μια μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία.
Οι αντιθέσεις επικεντρώνονται στα θέματα που αφορούν την οικονομική διακυβέρνηση, τη σύνθεση του μόνιμου μηχανισμού στήριξης και τη νομισματική πολιτική. Η Γερμανία, λόγω των υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, επιθυμεί την αύξηση των επιτοκίων, κίνηση η οποία θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τα κράτη - μέλη με υψηλό δημόσιο χρέος να προχωρήσουν στην εξυπηρέτησή του, αλλά και εξαιτίας της μείωσης της ρευστότητας θα επιβαρύνει την έξοδο από την κρίση των χωρών με αναιμική ανάκαμψη.
Στα πλαίσια της λεγόμενης οικονομικής διακυβέρνησης, συμφώνησαν να αναθεωρήσουν το Σύμφωνο Σταθερότητας στα πλαίσια της αυστηρότερης εφαρμογής των κανόνων της δημοσιονομικής πειθαρχίας και να προχωρήσουν στη θεσμοθέτηση ενός "μόνιμου μηχανισμού" για την αντιμετώπιση των κρίσεων. Σ' αυτόν θα συμμετέχει και το ΔΝΤ και, στη βάση του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε, κατά περίπτωση χρηματοπιστωτικοί όμιλοι.
Η εμμονή της Γερμανίας για τη συμμετοχή και ιδιωτών στο μηχανισμό συνδέεται με την επιδίωξή της να μη φορτωθεί το γερμανικό κράτος το βάρος των υπερχρεωμένων χωρών, αλλά αυτό να επιμεριστεί και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Με τον τρόπο αυτό ανοίγει το δρόμο για την ελεγχόμενη χρεοκοπία ενός κράτους - μέλους, αλλά και στην αποπομπή του από την ευρωζώνη.
Ενας μηχανισμός στήριξης, ο οποίος δεν μπορεί να θωρακίσει την ευρωζώνη από ενδεχόμενη κρίση, γιατί δεν μπορεί να απαντήσει στην αιτία της κρίσης, στην αναρχία της παραγωγής και στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, δεν μπορεί να απαντήσει στην ανισόμετρη ανάπτυξη.
Στόχος των εμπνεύσεών του είναι η διασφάλιση των πιστωτών, η θωράκιση του ευρώ και η επιτάχυνση στην προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
Γι' αυτό ακριβώς και συμφώνησαν στο συμβούλιο κορυφής του Οκτώβρη να προχωρήσουν στον αυστηρότατο έλεγχο της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών, με ένα νέο κανονισμό για την πρόληψη και τη διόρθωση των "μακροοικονομικών ανισορροπιών" προβλέποντας και κυρώσεις. Ουσιαστικά προχώρησαν στη δημιουργία ενός μόνιμου μνημονίου σε βάρος του λαού.
Οξύνονται οι αντιθέσεις
Συμπερασματικά μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι σε συνθήκες κρίσης και στην ευρωζώνη οξύνονται οι αντιθέσεις και οι ανισόμετρες σχέσεις και το ευρώ, ως κοινό νόμισμα, δεν μπορεί να θωρακίσει την οικονομία της. Επιβεβαιώνεται η έγκαιρη επισήμανση που είχαμε κάνει ως ΚΚΕ ότι το ευρώ αποτέλεσε νομισματική συγκόλληση οικονομιών κρατών - μελών με βαθιές ανισομετρίες στην ανάπτυξη και διάρθρωση των βιομηχανικών κλάδων, επομένως της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητάς τους, καθώς και της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος τους. Σε συνθήκες κρίσης ήταν αναμενόμενο να δοκιμάζεται η συνοχή της ευρωζώνης.
Παρά την όξυνση των αντιθέσεων, παραμένουν στοχοπροσηλωμένοι στην αναγκαιότητα προώθησης με πιο γρήγορους ρυθμούς της στρατηγικής επιλογής της ΕΕ για τη διασφάλιση ακόμα πιο φθηνής εργατικής δύναμης, χωρίς δικαιώματα και κατακτήσεις. Πρόκειται για μια επίθεση διαρκείας ενάντια στην εργατική τάξη που ξεδιπλώνεται στο σύνολο των κρατών - μελών ανεξάρτητα της πορείας του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους και ανεξάρτητα εάν βρίσκονται σε φάση ανάκαμψης ή ύφεσης. Πρόκειται για μέτρα που συμπεριλαμβάνονται στις βασικές συνθήκες της ΕΕ, από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και τη στρατηγική της Λισαβόνας μέχρι την Ατζέντα 2020. Επίθεση που κλιμακώνεται σε συνθήκες κρίσης.
Η διαχρονική ανάγκη θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων αποτελεί την αιτία αυτής της διαρκούς επίθεσης.
Αλλωστε οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας και της Ινδίας, που έχουν διασφαλίσει φθηνή εργατική δύναμη, καθιστά μονόδρομο σε ΗΠΑ και ΕΕ την κλιμάκωση της επίθεσης ενάντια στα δικαιώματα και στο εισόδημα της εργατικής τάξης, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ενεργοποίηση μέτρων προστατευτικού χαρακτήρα (όπως η υιοθέτηση κριτηρίων ποιότητας, αλλά και προστασίας της δημόσιας υγείας).
Η κυβέρνηση συσκοτίζει την επίδραση της εκδήλωσης της κρίσης στη δημοσιονομική κατάσταση. Στην πραγματικότητα η αυξανόμενη διαχειριστική δυσκολία της κυβέρνησης αφορά το βάθεμα της κρίσης κατά το 2010 και την εκμηδένιση της πιθανότητας ουσιαστικής ανάκαμψης μετά το 2011 με επάνοδο στο προ κρίσης επίπεδο.
Οι ίδιες οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι η προσφυγή της κυβέρνησης στο μηχανισμό στήριξης και στο μνημόνιο αποτέλεσε στρατηγική της επιλογή».

Δεν υπάρχουν σχόλια: