Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Δεν θα σταματήσουν, αν δεν τους σταματήσουμε…!
Να μπει στο προσκήνιο η εργατική –λαϊκή πάλη

30/11/2013
Μέσα σε ένα πυρακτωμένο διεθνές πλαίσιο όπου εναλλάσσονται οι συμβιβασμοί και οι προσωρινές συμφωνίες, όπως στην περίπτωση του Ιράν, με σοβαρές κρίσεις στις σχέσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως στην περίπτωση της Ουκρανίας, οι εξελίξεις στην χώρα μας όλο και περισσότερο καθορίζονται από την πορεία των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών για κυριαρχία. Και θεωρούμε αναγκαία αυτή την επισήμανση, γιατί, όσο ο λυσσαλέος ανταγωνισμός των «προστατών» μας αποτελεί το βασικό πεδίο των εξελίξεων, τίποτα καλό δεν προμηνύεται για τους εργαζόμενους και τον λαό, από κάθε άποψη. Πολύ περισσότερο, όταν η κυβέρνηση Σαμαρά προσφέρει τον λαό και την χώρα βορά στους πάτρωνες είτε της Γερμανίας είτε των ΗΠΑ, με αντίστοιχες στον καθένα δεσμεύσεις, για να εξασφαλίσει πολιτική κυριαρχία για την ίδια και θέση και ρόλο για την ντόπια κεφαλαιοκρατική αστική τάξη που εκπροσωπεί και υπηρετεί.

Η συνάντηση Μέρκελ –Σαμαρά στο Βερολίνο δεν έγινε για «διαπραγματεύσεις», κάτι που ξεκαθαρίστηκε ιδιαίτερα από την πλευρά της Μέρκελ και αναγκάστηκε να παραδεχθεί ο Σαμαράς, αλλά για να δοθεί η πολιτική στήριξη που χρειάζεται η αντιδραστική κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου για την κλιμάκωση της επίθεσης, με νέα αντιλαϊκά μέτρα που θα βαθύνουν ακόμα περισσότερο την εξαθλίωση του εργαζόμενου λαού. Να δοθεί το μήνυμα στον Σαμαρά ότι οι όποιες λύσεις επιλεγούν για την διαχείριση του χρέους θα υλοποιηθούν όταν και όποτε το αποφασίσει η ιμπεριαλιστική Γερμανία και η Μέρκελ, με τους δικούς της όρους και την απόλυτη κυριαρχία. Και το μήνυμα αυτό δεν αφορούσε μόνο τον Σαμαρά αλλά κυρίως τους συμμάχους πέρα του Ατλαντικού για το ποιος «κάνει κουμάντο» στην Ευρώπη και ποιος είναι ο υπεύθυνος διαχειριστής της κρίσης στην γηραιά ήπειρο. Ο Σαμαράς και η κυβέρνησή του έχουν απόλυτη ανάγκη αυτή την στήριξη από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, μιας και αποτελεί το μόνο «συνεκτικό» στοιχείο μίας τάξης και ενός πολιτικού προσωπικού που, παρά τις νίκες τους απέναντι στον λαό, έχουν υποστεί μία τεράστια φθορά και έχουν αναλώσει σημαντικά αποθέματα εφεδρειών τους, χωρίς να μπορούν να σταθεροποιηθούν τουλάχιστον για το ορατό μέλλον.
Από την άλλη πλευρά όμως και παρά τα συγχαρητήρια στην κυβέρνηση για την υλοποίηση της βάρβαρης πολιτικής της από διάφορους παράγοντες του συστήματος, εκείνο που παραμένει στην κορυφή των απαιτήσεων είναι η συνέχιση, χωρίς σταματημό, της αντιλαϊκής επέλασης. Ενώ ταυτόχρονα οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους εκπροσώπους των ιμπεριαλιστών για τις «λύσεις» στην περίπτωση της χώρας δημιουργούν μία «κινούμενη άμμο» για την κυβέρνηση και γενικότερα για το αστικό πολιτικό σύστημα στην χώρα μας. Όταν ο πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου, σοσιαλδημοκράτης Σουλτς, επιτίθεται στον Τόμσεν και το ΔΝΤ για τις λάθος εκτιμήσεις τους περί της μη ύπαρξης πλεονάσματος το 2013, δεν το κάνει για να υποστηρίξει τον Σαμαρά και την κυβέρνηση αλλά για να ξεκαθαρίσει στην άλλη πλευρά της τρόικας ποιος είναι ο «αρμόδιος» που θα διαπιστώνει τις όποιες παρεκκλίσεις από την εφαρμογή του προγράμματος. Έτσι, η όποια συζήτηση για το χρέος, τόσο ως προς την βιωσιμότητα όσο και ως προς την διαχείρισή του, θα εξαρτηθεί απόλυτα από τις επίσημες διαπιστώσεις της eurostat, πιθανά μετά τις ευρωεκλογές. Με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτεται ότι το όλο «σκηνικό» των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με την τρόϊκα, με τις καθυστερήσεις, τα πήγαινε-έλα, τις διάφορες δηλώσεις κτλ, κατά ένα μεγάλο μέρος, είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο στον ανταγωνισμό τους για την κυριαρχία στην χώρα. Και σε τίποτα δεν έχουν να κάνουν με την «σθεναρή» στάση της κυβέρνησης απέναντι στις απαιτήσεις τους. Εξάλλου, οι εκπρόσωποι της τρόικας και η ίδια η Μέρκελ έδωσαν την άδεια στον Σαμαρά να καταθέσει έναν προσωρινό προϋπολογισμό, αφού οι ίδιοι δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε όλα τα μεγέθη του, ο οποίος θα επαναξιολογείται όλο το 2014, για να παρθούν και νέα αντιλαϊκά μέτρα.Οι «ξεκάθαρες κουβέντες» του Σαμαρά, υπό το βλέμμα της Μέρκελ, ότι δεν θα κοπούν μισθοί και συντάξεις, αποτελούν ένα κακόγουστο αστείο προς τον εργαζόμενο λαό που περνάει δύσκολες στιγμές κάτω από το βάρος της ολομέτωπης επίθεσης στην ζωή του, που καθημερινά κλιμακώνεται, χωρίς τέλος. Η κατάθεση ενός ακόμη αντιλαϊκού προϋπολογισμού που σηματοδοτεί μία άγρια επίθεση στο εισόδημα των εργαζόμενων με την φορολογική λαίλαπα, την περικοπή ακόμα περισσότερο των κονδυλίων για υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, θα βαθύνουν ακόμα πιο πολύ την φτώχεια και θα επιφέρουν ακόμα μεγαλύτερη εξαθλίωση για την μεγάλη μάζα του εργαζόμενου λαού. Ταυτόχρονα η εφαρμογή των «ήδη ψηφισμένων μέτρων» σπρώχνει σε μαζικές απολύσεις στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, κόβει ακόμα περισσότερο τους μισθούς με το πετσόκομμα του οικογενειακού επιδόματος, κλείνει νοσοκομεία και διαλύει ό,τι έχει απομείνει στην πρόσβαση του λαού στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πετσοκόβει συντάξεις και αυξάνει τα όρια συνταξιοδότησης. Και όλα αυτά είναι, προς το παρόν, τα ελάχιστα μπροστά στα νέα μέτρα που θα απαιτήσουν οι ιμπεριαλιστές πάτρωνες για να υλοποιηθούν η «δημοσιονομική προσαρμογή», η «ανταγωνιστικότητα», η «βιωσιμότητα του χρέους», η «ανάπτυξη» και ό,τι άλλο απαιτείται για την ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, πάνω στα ερείπια των δικαιωμάτων και των καταχτήσεων της εργατικής τάξης και του λαού. Μια «ιδέα» για το τι θα ακολουθήσει αποτελούν και οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ, στην πρόσφατη έκθεσή του για την χώρα μας.
Απέναντι στην αντιλαϊκή λαίλαπα κυβέρνησης και τροϊκανών ιμπεριαλιστών η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ «ξεδιπλώνει» μία πολιτική τακτική που όλο και λιγότερο στηρίζεται στις διεκδικήσεις του λαϊκού παράγοντα, τις οποίες συνεχώς υπονομεύει. Αντίθετα όλο και περισσότερο στηρίζεται σε «έξυπνους» χειρισμούς για να διασπάσει την κυβερνητική πλειοψηφία και να «ανατρέψει» την κυβέρνηση. Ενθαρρυμένη και από την απώλεια του ΠΑΣΟΚ στην διαδικασία της ψηφοφορίας για την πρόταση δυσπιστίας στη βουλή, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ παρέχει και «ασυλία» σε όσους εγκαταλείψουν την κυβερνητική πλειοψηφία, για να δεχθεί τα πυρά ΠΑΣΟΚ – ΝΔ για κάλεσμα σε «αποστασία» των βουλευτών. Βέβαια, να μιλούν για «αποστασία» αυτοί που συνεχώς προσπαθούν να διαμορφώσουν όρους για να υπάρχουν «πρόθυμοι» και «μαξιλάρια» στην ψήφιση των αντεργατικών-αντιλαϊκών τους μέτρων, πάει πολύ. Ωστόσο, αυτό καθόλου δεν μειώνει τον δεξιό κατήφορο του ΣΥΡΙΖΑ που δεν περιορίζεται μόνο στην δεξιά μετατόπιση των θέσεών του αλλά και στην υιοθέτηση όλων των «κλασσικών» χειρισμών και πραχτικών του αστικού κοινοβουλευτικού-πολιτικού «παιχνιδιού». Καθημερινά όλο και περισσότερο γίνεται φανερό ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ούτε θέλει ούτε μπορεί να κινητοποιήσει τον λαό ενάντια στην αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης. Γιατί, όσο ο λαός κρατιέται στο περιθώριο των εξελίξεων και χρησιμοποιείται μόνο σαν «φόντο» για δηλώσεις- κορώνες του Τσίπρα, όπως στην περίπτωση των καθαριστριών του υπουργείου οικονομικών, τόσο δίνεται η δυνατότητα για ακόμη μεγαλύτερες προσαρμογές στην υπευθυνότητα που απαιτεί η αστική διαχείριση.

Τα όρια της επίθεσης, τα όρια του λαού και η αναγκαία κατεύθυνση του κινήματος
Δεν έχει μείνει καμιά ψευδαίσθηση σε κάθε άνθρωπο του λαού, ότι η επίθεση δεν έχει όρια και τέλος, θα συνεχιστεί ακόμα πιο άγρια και βάρβαρα, παρά τις κραυγές για «επιτυχίες» από την κυβέρνηση και κάθε παράγοντα του συστήματος. Η επίθεση δεν σταματάει αλλά θα κλιμακώνεται και θα βαθαίνει ακόμα περισσότερο σαν την μοναδική «διέξοδο» των δυνάμεων του συστήματος για απόλυτο έλεγχο και κυριαρχία πάνω στους εργαζόμενους και τον λαό. Όσο παλιά και νέα μέτρα πέφτουν στις πλάτες των εργαζόμενων, όσο απολύεται κόσμος από την δουλειά, όσο η φτώχεια απλώνεται με γρήγορους ρυθμούς, όσο στους χώρους δουλειάς κυριαρχούν οι εκβιασμοί και η τρομοκρατία, τόσο δοκιμάζεται η αντοχή του λαού και μεγαλώνουν οι προβληματισμοί για την κατεύθυνση που πρέπει να έχει η αντίστασή του. Τους προβληματισμούς αυτούς ενισχύει η πολιτική και η στάση των περισσότερων δυνάμεων της αριστεράς, τόσο της ρεφορμιστικής όσο και μεγάλου μέρους της εξωκοινοβουλευτικής, που προσδιορίζουν τον στόχο είτε στην «ανατροπή της κυβέρνησης» είτε στον «αγώνα για λαϊκή εξουσία». Στην πρώτη περίπτωση, η «ανατροπή» μεταφράζεται σε εκλογικές–κοινοβουλευτικές αυταπάτες που, όσο πλησιάζουν οι εκλογές για «τοπική αυτοδιοίκηση» και ευρωκοινοβούλιο, έχουν πυροδοτήσει κάθε είδους διεργασίες. Ενώ, στην δεύτερη, περιορίζεται σε γενική κριτική στον καπιταλισμό και «κίνημα» στα όρια της κομματική επιρροής, χωρίς τα βάρη και τις ευθύνες μίας ολομέτωπης σύγκρουσης με τις δυνάμεις του συστήματος. Και επειδή πολλή συζήτηση γίνεται, μέσα στην αριστερά, για το αν και κατά πόσο η επίθεση μπορεί να αντιμετωπιστεί «μόνο» με αντιστάσεις ή με «κεντρική» πολιτική απάντηση εφ’ όλης της ύλης, θέλουμε να πούμε ότι αυτό το «δίλημμα», έτσι όπως τίθεται και για τους λόγους που τίθεται, είναι και ψεύτικο και αποπροσανατολιστικό.
Όσο μας αφορά, ξεκαθαρίζουμε ότι, επειδή υπερασπίζουμε και προωθούμε την κατεύθυνση της συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων για την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της εξάρτησης, ως της μόνη πραγματικά ριζική και συνολική απάντηση της εργατικής τάξης και του λαού ενάντια στην απειλή της καταστροφής τους, για αυτό και υπερασπίζουμε την κατεύθυνση των εργατικών-λαϊκών αντιστάσεων ως το μόνο πεδίο στο οποίο μπορούν να συγκροτηθούν οι λαϊκές δυνάμεις με αυτό τον στόχο. Και σήμερα δεν υπάρχει καμία άλλη πραγματική διέξοδος για τον λαό από το να οργανωθεί και να παλέψει για την ζωή του στα μέτωπα πάλης που ανοίγει η επίθεση, τα παλιά και νέα βάρβαρα μέτρα της κυβέρνησης, για την υπεράσπιση της δουλειάς, του δικαιώματος στην υγεία, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση, για την υπεράσπιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών του λαού απέναντι στην εντεινόμενη φασιστικοποίηση της πολιτικής και δημόσιας ζωής, ενάντια στα δεσμά της εξάρτησης των ιμπεριαλιστικών επικυρίαρχων. Αυτή η κατεύθυνση, για να γίνει υπαρκτή υλική δύναμη και να ευνοήσει τους συσχετισμούς της πάλης απέναντι στο σύστημα, έχει ανάγκη από μία αναβαθμισμένη πολιτική συγκρότηση μέσα στον λαό και τις αντιστάσεις του, που όχι μόνο θα πάρουν επάνω τους την υπόθεση της πάλης αλλά ταυτόχρονα θα βάλουν φραγμό στις πολιτικές της ηττοπάθειας, του συμβιβασμού, της ανάθεσης και των αυταπατών. Σε αυτή την κατεύθυνση, μπορεί και έχει καθήκον να συμβάλει η ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ, για μια αποφασιστική στροφή στην πορεία του κινήματος προς την πραγματική του αναγέννηση, για να μπουν στο προσκήνιο της πάλης οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.

πηγή: Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια: